Κωνσταντίνα Λιβιεράτου: «Από τις επιλογές που θα κάνουμε εξαρτάται η πορεία μας από τη γέννηση ως τον θάνατο…»

Η Κωνσταντίνα Σ. Λιβιεράτου γεννήθηκε στην Αθήνα και έζησε αρκετά χρόνια στο Παρίσι. Σπούδασε δημοσιογραφία και έμαθε πολλές ξένες γλώσσες.

Εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά, και στη συνέχεια, επί είκοσι συναπτά έτη, στον χώρο της διαφήμισης ως κειμενογράφος. Έχει γράψει διηγήματα, σενάρια και θεατρικά έργα. Η απαγωγή του μνηστήρος είναι το πρώτο βιβλίο της που εκδίδεται.

Την ευχαριστούμε θερμά για τον χρόνο που διέθεσε για να απαντήσει στις ερωτήσεις που της θέσαμε…

Β.Τ.: Αυτό είναι το 1ο βιβλίο σας. Θα θέλατε να μας πείτε πως αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Κ.Λ.: Πάντα έγραφα. Απλά τώρα αποφάσισα να εκτεθώ. Ίσως να μην το είχα τολμήσει ούτε τώρα, αν δε με πίεζε ακούραστα μια φίλη. Πιστεύει σε εμένα περισσότερο από όσο εγώ, φαίνεται… Τι να γράψει κανείς μετά τον Καμύ, τον Φώκνερ, τον Ντοστογιέφσκι;

Β.Τ.: Μιλήστε μας για το βιβλίο σας, αλλά με τα μάτια του αναγνώστη που το διάβασε, του άρεσε και το προτείνει, όχι μέσα από τα μάτια του συγγραφέα.

Κ.Λ.: Με αφορμή την ιστορία της γιαγιάς μιλάει για τη ζωή της γυναίκας του προηγούμενο αιώνα, τη «φυλακή» της και την «απόδραση» της. Για τον αγώνα επιβίωσης των φτωχών ανθρώπων της υπαίθρου και τις ελάχιστες ηρωικές «Εξόδους» τους. Η αφήγηση είναι πυκνή, χωρίς φλυαρία. Η ματιά είναι κινηματογραφική. Η γλώσσα, σημερινή με μνήμες και ακούσματα παλαιότερων χρόνων. Η διάθεση είναι ελαφριά και χιουμοριστική – με τα ωραία, βαριά και μαύρη – με τα δύσκολα. Μερικές φορές και αντίστροφα.

Β.Τ.: Πείτε μας , πως εμπνευστήκατε να αποτυπώσετε στο χαρτί ένα κομμάτι από την ιστορία της οικογένειας σας, τι ήταν αυτό που σας ώθησε να το γράψετε και αν από την αρχή είχατε καταλήξει ποια θα ήταν η πλοκή της ιστορίας ή ήταν κάτι που ήρθε/ξετυλίχτηκε σταδιακά καθώς γράφατε;Εννοώ είναι όλα αληθινά ή περιέχει και κάποια μυθοπλασία;

Κ.Λ.: Σ’ ένα κυριακάτικο γεύμα το αποφάσισα. Ο πρώτος μου ξάδελφος διηγούταν την ιστορία της γιαγιάς μας – το πώς έκλεψε τον παππού μας, και είχαμε ξερκαδιστεί στα γέλια. Τότε σκέφτηκα ότι αξίζει να μαθευτεί αυτή η ιστορία. Είχε μια ανατροπή και μια ελπίδα. Είχε και γέλιο! Τα γεγονότα είναι αληθινά, τα πρόσωπα επίσης, η μυθοπλασία απαραίτητο συστατικό κάλυψης των λίγων κενών στις πληροφορίες μας. Όσον αφορά στην πλοκή, το έγραψα σαν σενάριο. Έτσι το σκέφτηκα εξαρχής.

Β.Τ.: Ντούλα   είναι το όνομα της βασικής ηρωίδας σας  .Είναι μια γυναίκα δυναμική ,αποφασιστική ανατρεπτική για την εποχή της,  που η ζωή την  έκανε ακόμα  πιο ‘’δυναμική ‘’ για να ανταπεξέλθει  στις δυσκολίες της ζωής. Πόσο ταυτίζεστε μαζί της ; Έχετε κοινά στοιχεία;

Κ.Λ.: Από τις μακροσκελείς αφηγήσεις του πατέρα μου και των θείων μας, συμπεραίνω ότι η γιαγιά Ντούλα ήταν δυνατή κι αποφασιστική. Έπιανε τη ζωή απ’ τα κέρατα και πάλευε μαζί της. Ήξερε ποια ήταν, τι ήθελε και πώς να το κερδίσει. Με τον θάνατο μόνο δεν τα κατάφερε. Ήταν σικέ ο αγώνας εκείνος. Ναι, έχω κοινά στοιχεία με τη γιαγιά μου κι αυτό με κάνει περήφανη και καμαρώνω σαν αμαζόνα κι εγώ… Και τρέμω, όμως, για το τι μου επιφυλλάσσουν ακόμα αυτά τα γονίδια…

Β.Τ.: Πως θα χαρακτηρίζατε το “Η απαγωγή του μνηστήρος”, κοινωνικό μυθιστόρημα;;H μια νουβέλα που ρίχνει το βάρος στην ηθογραφία και ψυχογραφία των χαρακτήρων;

Κ.Λ.: Δεν έχω ιδέα! Δεν έχει όλα αυτά τα στοιχεία; Αν πρέπει να το εντάξουμε κάπου, ας το αφήσουμε στους φιλόλογους. Με στριμώχνετε όμως!

Β.Τ.: Εσείς πιστεύετε στη μοίρα και στο πεπρωμένο; Και ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο; Πιστεύετε ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα ‘’γραμμένα’’και να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας;

Κ.Λ.: Δεν πιστεύω στη μοίρα. Γεννιόμαστε βεβαίως με ένα συγκεκριμένο dna, σε έναν συγκεκριμένο τόπο, τη συγκεκριμένη εποχή. Αυτά είναι δεδομένα και αποτελούν τον καμβά πάνω στον οποίο μπορούμε να ζωγραφίσουμε τη δική μας ζωή. Από τις επιλογές που θα κάνουμε εξαρτάται η πορεία μας από τη γέννηση ως τον θάνατο. Τι κάνουμε όταν άλλοι αποφασίζουν για εμάς; Σκύβουμε το κεφάλι στη «μοίρα» ή αντιστεκόμαστε;

Β.Τ.: Καθώς το γράφατε, τι συναισθήματα ξύπνησε μέσα σας και ποιες εικόνες σας έκαναν συντροφιά σε αυτό το συγγραφικό ταξίδι;

Κ.Λ.: Είδα ζωντανούς τους παππούδες μου, ανάσανα τον αέρα της Λιμνοθάλασσας, άκουσα τις οπλές των αλόγων στο λιθόστρωτο της κεντρικής πλατείας, είδα την γιαγιά μου – Καλάμιτυ Τζέιν να εφορμά στην κατάκτηση του ονείρου της… έκλαψα πολύ μαζί με τον πατέρα μου, στην ποδιά της μάνας του, πάνω από σεμνά κιβούρια… πάνω από μεγάλες απώλειες… Ένιωσα καλύτερα τον πατέρα μου, κατάλαβα περισσότερο τον εαυτό μου, τη ζωή μας.

Β.Τ.: Όταν τελείωσε το ταξίδι αυτό , τι σας άφησε σαν παρακαταθήκη;

Κ.Λ.: Σαν να πήγα ένα μεγάλο, μακρινό ταξίδι στα παιδικά χρόνια του πατέρα μου, στις ρίζες της ύπαρξης μου…

Β.Τ.: Αν αλλάζατε κάτι στο βιβλίο τώρα, τι θα ήταν αυτό;

Κ.Λ.: Τίποτε. Έκανα τόσες αλλαγές και τόσες διορθώσεις που παθαίνω ναυτία μόνο και με τη σκέψη.

Β.Τ.: Σε ποιους αναγνώστες απευθύνεται το βιβλίο σας και ποιο μήνυμα θα θέλατε να πάρει αυτός που θα το διαβάσει;

Κ.Λ.: Σ’ αυτούς που αγαπούν τις ωραίες ιστορίες, αναγνωρίζουν την αλήθεια τους, λατρεύουν την λογοτεχνία… Ανησυχούν, σκέφτονται, παλεύουν, πονάνε, αντιστέκονται.
Δεν θέλω να διδάξω τίποτα. Το μήνυμα το στέλνει καθημερινά η ίδια η ζώη. Ήρωες δεν είναι μόνο στα πεδία των μαχών. Υπάρχουν κι οι μικροί, οι ταπεινοί, οι ασήμαντοι, που παλεύουν ηρωικά για να σταθούν όρθιοι. Υπάρχουν και κάποιες γυναίκες που δεν αποδέχονται το ρόλο του πολίτη Β΄ κατηγορίας.

Β.Τ.: Μιλήστε μας λίγο για εσάς…με τι ασχολείστε στον ελεύθερο χρόνο σας , όταν δεν γράφετε κάτι;

Κ.Λ.: Διαβάζω, πάω σινεμά, ακούω μουσική, συμμετέχω στη Θεατρική Ομάδα όπως επίσης και στην Ομάδα Φιλαναγνωσίας του Δήμου μου.

Β.Τ.: Τελειώνοντας τη κουβέντα μας και αφού πρώτα σας ευχαριστήσω για τη τιμή που μου κάνατε να μιλήσετε μαζί μου και να δώσετε την ευκαιρία στα μέλη μας να μάθουν καλύτερα εσάς και το βιβλίο σας θα αφήσω σ’ εσάς τον τρόπο που θέλετε να κλείσουμε. Τι είναι αυτό που επιθυμείτε να πείτε στους φίλους αναγνώστες;

Κ.Λ.: Εγώ, σας ευχαριστώ θερμά κυρία Χατζηχρήστου, για την ευκαιρία που μου δώσατε να επικοινωνήσω με τους φίλους του Book Tales. Αυτό που θα ήθελα να πω, είναι ότι ονειρεύομαι να ανεβάζουμε τον πήχη ψηλότερα: στη διατροφή μας, στο νερό μας, στην πνευματική μας τροφή, την ψυχαγωγία μας, την αισθητική, την πολιτική, την παιδεία μας, στην εργασία, στις σχέσεις μας!… Μας σερβίρουν σκουπίδια. Εμείς γιατί να τα τρώμε;

Κωνσταντίνα Λιβιεράτου.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s